Σελίδες

Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2009

Η σφαγή των Πολωνών αξιωματικών στο Κατίν από τους Σοβιετικούς το 1941, δια χειρός Βάιντα, σε ένα πλήρες ιστορικό δράμα.



Μετά από την παλιά, εξαίσια τριλογία του για τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Βάιντα επιστρέφει στο 1940 αλλά και στο σινεμά μετά από πέντε χρόνια αποχής, με μια ταινία μεγάλη και προσωπική. Κάποιοι θα την χαρακτηρίσουν ως αναμόχλευση της ιστορίας με σκοπό την κόντρα προπαγάνδα, αλλά ο Βάιντα, πρωτίστως ως Πολωνός, έχει κάθε λόγο να ερμηνεύσει την αλήθεια πατώντας σε ντοκουμέντα, μνήμες και μαρτυρίες που δεν έγιναν γνωστές για πολλούς λόγους. Άλλωστε, η χώρα του είχε το αρνητικό προνόμιο να συνορεύει με τη Γερμανία και τη Σοβιετική Ένωση σε καιρούς χαλεπούς.
Ο πατέρας του Γάικουμπ ήταν ένα από τα θύματα μιας αμφιλεγόμενης θηριωδίας που αναγνωρίστηκε πολύ αργά, το 1990, από τη Ρωσία και αφού ο κομμουνισμός είχε καταρρεύσει. Οι συγγενείς των θυμάτων έπρεπε να περιμένουν πολύ για μια δικαίωση που δεν ολοκληρώθηκε, αφού ακόμη και σήμερα η επίσημη κυβέρνηση δεν συγκαταλέγει τις εκτελέσεις στην κατηγορία του εγκλήματος πολέμου ή της γενοκτονίας. Η αλήθεια, ωστόσο, είναι πως, αμέσως μετά την εισβολή των Σοβιετικών στην Πολωνία το 1939, ο Στάλιν και το πολιτικό γραφείο σκέφτηκαν να αποδυναμώσουν τη γειτονική χώρα από την ελίτ του και να συλλάβουν την πνευματική ηγεσία μαζί με τους υψηλούς αξιωματούχους του στρατού, έτσι ώστε στο μέλλον να μην επανέλθουν δυναμικά διεκδικώντας την ανεξαρτησία τους. Τους πρώτους τάφους ανακάλυψαν Πολωνοί εργάτες και ανέφεραν το περιστατικό στην μυστική ηγεσία της χώρας τους, αλλά κανείς δεν πίστεψε πως μπορεί να υπήρχαν τόσοι θαμμένοι άνθρωποι. Οι Ναζί έφεραν στο φως το γεγονός, υπερτονίζοντάς το, καθώς ο Γκέμπελς φυσικά θεώρησε πως κρατά στα χέρια του ένα τρομερό όπλο προπαγάνδας εναντίον των Σοβιετικών, προβάλλοντάς το στους δυτικούς συμμάχους και στους Πολωνούς, που ήξεραν αλλά δεν πίστευαν την έκταση των γεγονότων. Επί χρόνια, η Σοβιετική Ένωση περνούσε στην αντεπίθεση υποστηρίζοντας πως οι Γερμανοί είναι οι μόνοι υπεύθυνοι για τους θανάτους και πως τα πιστοποιητικά ήταν πλαστά, ενώ στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου δεν συνέφερε κανέναν να ανακινήσει το θέμα.
Ο Βάιντα προφανώς θέλησε να θυμίσει σε όλους το τρομερό μυστικό και το κάνει με μια παράλληλη αφήγηση μελών των οικογενειών που μένουν πίσω και παρακολουθούν την απομάκρυνση των δικών τους ανθρώπων, μασκάροντας τη δική του οικογένεια στους πρωταγωνιστές. Ο Πολωνός σκηνοθέτης παίρνει απόσταση από τον πόνο, σαν να πρόκειται για μια συλλογική ανάμνηση που πρέπει να ειπωθεί αντικειμενικά, και τελειώνει με ένα ανατριχιαστικό 20λεπτο, στο οποίο παραθέτει τις εκτελέσεις εν ψυχρώ.
Όσοι είχαν δει μια παλιότερη απονομή των Όσκαρ, στην οποία ο Βάιντα παρέλαβε την τιμητική διάκριση για το σύνολο της καριέρας του, είχαν αποκαρδιωθεί από το δουλικό γλείψιμο που είχε «ρίξει» στους Αμερικανούς στο speech του. Ένας άνθρωπος με προσωπικό ύφος, μεγάλες κινηματογραφικές αρετές και γνωστές φιλελεύθερες πολιτικές θέσεις, ο Βάιντα τώρα ξεπληρώνει την καλλιτεχνική ευγνωμοσύνη του στο Χόλιγουντ με μια ταινία που λες και βγήκε από τα σπλάχνα της αμερικανικής βιομηχανίας σοβαρού θεάματος (δεν κάνει τον Ράμπο αλλά κάτι σαν τη Λίστα του Σίντλερ).
Το Κατίν δεν είναι κακή ταινία, το αντίθετο μάλιστα: διαθέτει τεχνική αρτιότητα αναμφισβήτητη, ταιριαστή γκριζάδα στη φωτογραφία και ζοφερή μουσική του Πεντερέσκι, περίτεχνη πλοκή που διασταυρώνει πολλούς χαρακτήρες και καταλήγει στο κερασάκι της φρίκης, μια ατελείωτη σεκάνς με σφαγή χωρίς οίκτο.

ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ

Νίκη μετ΄ εμποδίων για το «Κατίν»



Υστερα από ενάμιση χρόνο(!) η τελευταία ταινία του Αντρέι Βάιντα επιτέλους προβάλλεται στις αθηναϊκές αίθουσες. Οχι χωρίς παρατράγουδα...



Πριν από λίγο καιρό, μόλις είχε τελειώσει η δημοσιογραφική προβολή του «Κατίν» στο Ιντεάλ, η απρόβλεπτη εμφάνιση του πρεσβευτή της Πολωνίας στην Αθήνα αιφνιδίασε όλους όσοι είχαν παραμείνει στην αίθουσα ως το τέλος. Συνοδευόμενος από δύο κυρίες του γραφείου του ο πρεσβευτής θέλησε να μιλήσει στους δημοσιογράφους-κριτικούς κινηματογράφου για το ζήτημα του «Κατίν», το οποίο παραμένει μια από τις μελανότερες σελίδες στην Ιστορία της Πολωνίας. Ο πολωνός πρεσβευτής άφησε να εννοηθεί ότι ήρθε στην προβολή για δύο λόγους: α) ως κινηματογραφική ταινία το «Κατίν», που πέρυσι προτάθηκε για ξενόγλωσσο Οσκαρ, είναι ένα καλλιτεχνικό γεγονός που βγάζει ύστερα από πολύ καιρό την Πολωνία από την πολιτισμική ανυπαρξία. Ο πρεσβευτής ένιωθε εθνικά υπερήφανος που η ταινία-σύμβολο της χώρας του θα προβαλλόταν και στην Ελλάδα, β) εφόσον ως ιστορικό γεγονός το «Κατίν» δεν είναι ευρέως γνωστό στη χώρα μας, κυρίως από θεατές νεότερων γενιών, δεν είναι μόνον πιθανόν αλλά και φυσικό κάποιοι να χρειάζονταν διευκρινίσεις. Η ενημέρωση που ήθελε να κάνει ο πρέσβης προκάλεσε απορία σε όλους τους δημοσιογράφους και εκνευρισμό σε όσους δεν συμφώνησαν καθόλου με την παρουσία του στην προβολή. Η σκηνή είχε κωμικοτραγική εξέλιξη καθώς ο πρέσβης και οι συνεργάτιδές του βρέθηκαν στην κυριολεξία περικυκλωμένοι από τους παρισταμένους παρ΄ ότι ο πρώτος ζήτησε η κουβέντα να «μεταφερθεί κάπου αλλού, πιο άνετα». Ο πρέσβης διατήρησε την ψυχραιμία του ακόμη και όταν η συζήτηση είχε αρχίσει να ηλεκτρίζεται, πράγμα για το οποίο έδειχνε προετοιμασμένος. Το περιστατικό έληξε ήρεμα με την παράκληση κάποιων να ακολουθήσει ανοιχτή συζήτηση. Αυτό που ακολούθησε όμως ήταν δημοσίευμα του κριτικού κινηματογράφου του «Ριζοσπάστη», ο οποίος μεταξύ άλλων αποκάλεσε τον πρέσβη «θλιβερή σκιά» και αφού παρομοίασε τις πράξεις του με «κοινού μαυραγορίτη» έβγαλε το συμπέρασμα ότι ήταν «σε διατεταγμένη υπηρεσία» και ότι «εκτελούσε σημαδεμένη αποστολή» (Ριζοσπάστης, Κυριακή 25 Ιανουαρίου). Το τι από όλα αυτά ισχύει δεν είμαι σε θέση να το γνωρίζω, πάντως ο πρέσβης δεν έφραξε σε κανέναν την έξοδο, όπως επίσης διάβασα στο ίδιο άρθρο. Δυσκολία προβολής Ηταν φυσικό και επόμενo η προβολή του «Κατίν» στην Ελλάδα να προκαλέσει αριστερά ανακλαστικά, αν και οι λόγοι της αργοπορημένης εμφάνισης της ταινίας στη χώρα μας είναι άλλοι. Καθ΄ ότι μικρό, το γραφείο διανομής της ταινίας δεν έχει τη στήριξη δικού του «κυκλώματος αιθουσών», ενώ η ταινία- πιθανόν επειδή είναι μικρού και καινούργιου στην κινηματογραφική διανομή γραφείου- προκαλούσε τη δυσπιστία των αιθουσαρχών. Αναρωτιέται κανείς: αν την ίδια ταινία είχε αποκτήσει ισχυρότερο γραφείο διανομής, η πρόσβασή της στις αίθουσες θα ήταν ευκολότερη; Μαθαίνουμε ωστόσο ότι στην «πάλη» για την αγορά της ταινίας «έπαιξαν» τουλάχιστον επτά γραφεία ώσπου το «Κατίν» να καταλήξει στο Videorama. Τι να το κάνεις όμως όταν αποκτάς μια καλή ταινία και δεν έχεις πού να την προβάλεις; Το παράξενο είναι ότι ο εγχώριος Τύπος, γραπτός και ηλεκτρονικός, έχει δείξει τεράστιο ενδιαφέρον για το μυστήριο του Κατίν (το «Κουτί της Πανδώρας» π.χ. αφιέρωσε ολόκληρη εκπομπή για το θέμα). « Είναι όμως άλλα τα ανακλαστικά του κοινού,άλλα των εφημερίδων,που κατευθύνουν και το κοινό,και άλλα των αιθουσαρχών » μας είπε ο διανομέας του «Κατίν», ο οποίος μάλιστα αποφάσισε να το αποσύρει από τις 29 Ιανουαρίου, όπως ήταν ο αρχικός προγραμματισμός, επειδή άλλο κινηματογραφικό γραφείο αποφάσισε να διανείμει την ίδια περίοδο με το «Κατίν» το σπουδαίο αντιπολεμικό έργο του Ελεμ Κλίμοφ «Ελα να δεις» (1985), το οποίο διαφημίστηκε ως « ρωσική απάντηση » στο ζήτημα Κατίν. Σε πρόσφατο δημοσίευμά της η γαλλική εφημερίδα «Le Figaro» αναφέρεται εκτενώς στη δυσκολία διανομής ταινιών ειδικού θέματος όχι μόνον στη Γαλλία, αλλά και σε πολλές άλλες χώρες του κόσμου. Στη Γαλλία θα βγει στις αίθουσες τον ερχόμενο Απρίλιο, επίσης από μικρό γραφείο και σε περιορισμένο κύκλωμα αιθουσών. Λόγω του σοβαρού αλλά σε γενικές γραμμές άγνωστου πολιτικού θέματός τους, καλές ταινίες όπως το «Κατίν» (που ούτως ή άλλως δύσκολα μπορεί να κριθούν με κινηματογραφικούς όρους) κινδυνεύουν να μην προβληθούν ποτέ σε κάποιες χώρες όπου θα μπορούσαν κάλλιστα να δουλέψουν. Μάλιστα, ο αρθρογράφος του «Figaro» επισημαίνει ότι η ταινία που υποτίθεται ότι αναφέρεται σε ένα ζήτημα που αφήνει αδιάφορους τους Γάλλους έχει την προοπτική των 50.000 εισιτηρίων στη Γαλλία.

Τι συνέβη στο δάσος Κατίν

Ανοιξη 1943.Γερμανοί στρατιώτες ξεθάβουν πτώματα πολωνών αξιωματικών από τον ομαδικό τάφο που βρέθηκε στο δάσος Κατίν Το φθινόπωρο του 1939, όταν ο πολωνός σκηνοθέτης Αντρέι Βάιντα ήταν 12 ετών,η Πολωνία βρισκόταν υπό διάλυση.Στις 17 Σεπτεμβρίου,περίπου δύο εβδομάδες μετά την εισβολή των στρατευμάτων του Αδόλφου Χίτλερ , ο στρατός της Σοβιετικής Ενωσης εισέβαλε στην Πολωνία και στις 28 του ιδίου μήνα και έτους,όταν η Βαρσοβία είχε πλέον παραδοθεί στους ναζιστές, δημιουργήθηκε μια ζώνη ανάμεσα στα σύνορα της Ρωσίας και στο τέρμα της γερμανικής προέλασης. Γερμανία και Ρωσία χάραξαν κοινά σύνορα στην κατεχόμενη Πολωνία.Η μισή ανήκε στους μεν και η άλλη μισή στους δε. Εναν χρόνο αργότερα περίπου 20.000 αξιωματικοί του πολωνικού στρατού συνελήφθησαν,μεταφέρθηκαν στη Ρωσία και εκτελέστηκαν.Οι σοροί τους θάφτηκαν στο δάσος Κατίν,κοντά στην πόλη Σμολένσκ της Δυτικής Ρωσίας και οι τάφοι ανακαλύφτηκαν από τους Γερμανούς το 1943,δύο χρόνια μετά την εισβολή του Χίτλερ στη Ρωσία. Οι Γερμανοί διέδωσαν ότι οι εκτελέσεις του δάσους Κατίν έγιναν από τους Ρώσους.Ως και συλλυπητήρια έστειλε ο Χίτλερ στην Πολωνία.Το 1945 όμως οι Σοβιετικοί άρχισαν να υποστηρίζουν ότι οι εκτελέσεις ήταν ευθύνη των ναζιστών.Το ποιος είχε την ευθύνη των εκτελέσεων παρέμενε ένα σκοτεινό μυστήριο μέχρι το 1990, όταν επί προεδρίας Μιχαήλ Γκορμπατσόφ η Ρωσία έδωσε στη δημοσιότητα τα έγγραφα που αποδείκνυαν ότι οι Σοβιετικοί είχαν την ευθύνη για τη σφαγή στο Κατίν. « Επί δεκαετίες ολόκληρες οι συμπατριώτες μου ήταν αναγκασμένοι να ζουν μέσα στο ψέμα » μάς είπε πέρυσι στο Βερολίνο ο Αντρέι Βάιντα,του οποίου ο πατέρας ήταν ένα από τα θύματα μεταξύ των πολωνών αξιωματικών στο Κατίν.Επί σειρά ετών ο διάσημος πολωνός σκηνοθέτης προσπαθούσε να γυρίσει μια ταινία πάνω στο τραγικό περιστατικό του Κατίν,αλλά όπως ήταν φυσικό οι συνθήκες δεν του το επέτρεπαν.Εν τέλει όμως στα 80 του τα κατάφερε και έτσι πρόπερσι,στις 17 Σεπτεμβρίου,ακριβώς στην επέτειο των 66 χρόνων από την εισβολή των Ρώσων στην Πολωνία,το «Κatyn» έκανε πρεμιέρα στη Βαρσοβία και έγινε το μείζον ζήτημα της χώρας.Το παρακολούθησαν περί τις 3.000.000 Πολωνοί στις αίθουσες και η ταινία έδωσε αφορμή για πολιτικές αντιπαραθέσεις.

Γιάννης Ζουμπουλάκης - ΤΟ ΒΗΜΑ

Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2009

KATYN


Χωρίς να είναι αριστούργημα η ταινία του Βάιντα, αποκαλύπτει ένα γεγονός που αμφισβητήθηκε έντονα για πολλά χρόνια, προκαλώντας ζωηρές αντιδράσεις και τριβές, στο εσωτερικό και το εξωτερικό. Αν ο σκηνοθέτης δεν είχε την προσωπική μαρτυρία του πατέρα του, θα μπορούσε να θεωρηθεί εκ του πονηρού. Ζητώντας την εξιλέωση στη μνήμη του, καθώς και στη μνήμη όσων χάθηκαν για την ελευθερία, στο Κατίν, μπορεί και πρέπει να αντιμετωπιστεί ως φόρος τιμής σε αυτούς.

Για τον Αντρέι Βάιντα και την πλειοψηφία των Πoλωνών, ανέκαθεν, η χώρα τους υπέφερε στον Β' Π.Π., από τους Γερμανούς αλλά και από τους Σοβιετικούς. Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα. Η ταινία μας αναφέρει μέσα από την προσωπική μαρτυρία του Αντρέι, πως μετά το Β' Π.Π και την μοιρασιά της Ευρώπης σε ζώνες επιρροής, η είσοδος της Πολωνίας στο Σύμφωνο της Βαρσοβίας απετέλεσε την χαριστική βολή σε κάθε αντίθετη φωνή πάνω στην αμφισβήτηση / αναζήτηση των ευθυνών της στυγερής γενοκτονίας. Βλέποντας τα ντοκουμέντα που ήρθαν στο φως μετά την πτώση του Τείχους, φαίνεται πως για τη σφαγή του Κατίν, (όπως λέει η ταινία) το '42, την ευθύνη φέρουν οι Μπολσεβίκοι και ο Σταλινισμός που κυριαρχούσε και όχι οι Γερμανοί Ναζί.

Πολιτικά, ο μεγάλος Πολωνός δημιουργός παίρνει θέση, φορμαλιστικά όμως η ταινία παραμένει συμβατική και δέσμια του ακαδημαϊσμού, θυμίζοντάς μας ελάχιστα τις καλές στιγμές του άλλοτε πρωτοπόρου σκηνοθέτη. Βεβαίως το πρώτιστο σ΄αυτή την ταινία ήταν ν΄αναδείξει την μνήμη και ν' αποκαταστήσει την ιστορική αλήθεια, με μια ταινία για το ευρύ κοινό... Και στον τομέα αυτό τα κατάφερε αφού οι ερμηνείες, η φωτογραφία, το μοντάζ και η μουσική είναι επιπέδου χολιγουντιανής ταινίας. Άλλωστε πρόκειται για την ακριβότερη πολωνική παραγωγή. Τα σκηνικά και τα κοστούμια, αναπαριστούν πειστικά την ατμόσφαιρα και τον αέρα της εποχής.

Δείτε την για να βγάλετε και σεις τα δικά σας ολοκληρωμένα συμπεράσματα, ακόμα κι αν διαφωνείτε ιδεολογικά. Συζήτηση και προβληματισμό θα προκαλέσει ιδιαίτερα το τελευταίο εικοσάλεπτο. Αν το αντέξετε ... δείτε το, χωρίς προκατάληψη.

του Δημήτρη Παπαμίχου

Μπράβο κ. πρεσβευτά!


Μια από τις αρετές της διπλωματίας είναι, λένε, η διακριτικότητα! Οι διπλωμάτες σπουδάζουν, για να κρατούν τα προσχήματα. Σε «έκτακτες» περιπτώσεις, βέβαια, αυτές οι αρετές της διπλωματίας, όπως καταλαβαίνετε, αναγκαστικά πάνε περίπατο. Τα προσχήματα σπρώχνονται στην άκρη και αρχίζει η ωμότητα και ο εξευτελισμός.

Είχε μόλις τελειώσει η δημοσιογραφική προβολή του τελευταίου αντισοβιετικού παραληρήματος του Πολωνού σκηνοθέτη Αντρέι Βάιντα, «Katyn », μια ταινία γεμάτη ιστορικά ψέματα και συκοφαντίες, και ενώ έπεφταν οι τίτλοι του τέλους και οι 15 περίπου κριτικοί κινηματογράφου είχαμε σηκωθεί και μαζεύαμε τις τσάντες μας, βλέπουμε μια θλιβερή σκιά να μπαίνει στην αίθουσα, να στέκεται μπροστά από την πόρτα εξόδου του «Ιντεάλ» και να μας φράζει το δρόμο. Μια από τις δυο κυρίες που στέκονταν δίπλα στη σκιά, χωρίς να τη ρωτήσει κανένας, μας τη σύστησε: Ο κύριος, έδειξε τη σκιά, είναι ο κύριος πρέσβης της Πολωνίας!


Κανένας, βέβαια, δεν πίστεψε στ' αυτιά του και στα μάτια του! Τι δουλειά έχει ένας πρέσβης σε δημοσιογραφική προβολή, όπου οι κριτικοί βλέπουν μόνοι τους και απερίσπαστοι τις ταινίες, για να γράψουν ανεπηρέαστοι από ξένους παράγοντες και σκοτεινές εισβολές την κριτική τους. Τέτοιο φαινόμενο δεν έχει παρουσιαστεί ποτέ και πουθενά στον κόσμο. Αλλά δεν πίστεψαν στ' αυτιά τους και στα μάτια τους και από την εμφάνιση της σκιάς. Ο κ. πρεσβευτής, και να με συγχωρεί, σε καμία περίπτωση δεν έμοιαζε με πρεσβευτή. Δεν ήταν τόσο το κοντό σουλούπι του και το κακόγουστο ντύσιμό του, ο καθένας ξέρει πως υπάρχουν και κοντοί και κακόγουστα ντυμένοι πρεσβευτές, όσο η αναξιοπρεπής γενικά στάση του. Ηξερε, φαίνεται, ότι διέπραττε διπλωματική απρέπεια και ήταν μαζεμένος, όμοια βρεγμένη γάτα.

Με καλύτερη αγωγή εμείς οι κριτικοί δεν τον πατήσαμε φεύγοντας αηδιασμένοι, όπως θα κάναμε αν θα είχαμε τη δική του συμπεριφορά. Τον ρωτήσαμε, βέβαια ξαφνιασμένοι, τι δουλειά έχει ένας πρεσβευτής σε κλειστή δημοσιογραφική προβολή. «Ηρθα, για όποιες τυχόν διευκρινίσεις», μας δικαιολογήθηκε κάνοντας ακόμα χειρότερα τα πράγματα.

Από πότε οι πρεσβευτές σοβαρών και πολιτισμένων χωρών, όπως η Πολωνία, στέκονται στις εξόδους των κινηματογράφων, όπως τα παιδιά που πουλούν χαρτομάντιλα, για «περισσότερες διευκρινίσεις», για ερμηνείες και διασαφηνίσεις, σκοτεινών, ίσως, πλευρών καλλιτεχνικών έργων; Από πότε οι πρεσβευτές, και με τι γνώσεις, αναλαμβάνουν ρόλο διαμεσολαβητή ανάμεσα σε μια κινηματογραφική ταινία και στον κριτικό; Από πότε ο πρεσβευτής, με ποιο δικαίωμα και με ποιες γνώσεις, έρχεται να ερμηνεύσει και να συμπληρώσει το δημιουργό;


Στο σημείο αυτό είμαστε αναγκασμένοι να καταργήσουμε και εμείς τη διπλωματική γλώσσα και να μιλήσουμε ωμά, όπως ωμή ήταν η παρέμβαση του πρεσβευτή! Η σημερινή Πολωνία παραδομένη και γονατισμένη στους δυνατούς της δύσης, θέλοντας να δώσει τα διαπιστευτήριά της στην ΕΕ, στην Αμερική και στο ΝΑΤΟ, χρεώθηκε και υποχρεώθηκε (ή επέλεξε από μόνη της - το ίδιο κάνει), να συμμετάσχει και να συνεισφέρει και αυτή με τις πολιτικές, ιδεολογικές και καλλιτεχνικές της δυνάμεις στη διαστρέβλωση της ιστορίας και στο χτύπημα του κομμουνισμού. Δείγμα αυτής της άθλιας συμμετοχής είναι και η ταινία του Βάιντα. Και δείγμα αυτής της άθλιας συμμετοχής ήταν και η αντιδεοντολογική και αντιδιπλωματική παρέμβαση του πρεσβευτή. Ο άνθρωπος ήταν σε διατεταγμένη υπηρεσία. Εκτελούσε σημαδεμένη αποστολή!

Στο μικρό φορτισμένο διάλογο που ακολούθησε, στο διάδρομο και στο πόδι, ο πρεσβευτής, όπως κάνουν οι κοινοί μαυραγορίτες, αναξιοπρεπέστατα αγωνίστηκε να αποσπάσει τη συναίνεσή μας για ένα πιο «επίσημο» διάλογο, στην πρεσβεία του, ας πούμε! Η διακαής επιθυμία του, οι εντολές που πήρε καλύτερα, ήταν να (ξανά) ανοίξει και στη χώρα μας ο «διάλογος» για τις δολοφονίες των 15.000 Πολωνών αξιωματικών (1941-42), από τους ναζί, δολοφονίες που από το 1943 προσπαθούν να τις φορτώσουν στους σοβιετικούς παρ' όλες τις αποδείξεις που έχει προσκομίσει η ιστορία. Ατύχησες, κύριε πρεσβευτά. Η χώρα μας, δεν τσιμπάει σε τέτοιες αντικομμουνιστικές συκοφαντίες! Περιορίσου, λοιπόν, στα διπλωματικά σου καθήκοντα. Αυτές οι δουλειές, είναι δουλειές για πράκτορες!

Του Νίκου ΑΝΤΩΝΑΚΟΥ

«Ελα να δεις» ποιος έσφαξε τους Πολωνούς!

Το αντισοβιετικό «Katyn», του Αντρέι Βάιντα, που ήταν να βγει σήμερα στους κινηματογράφους έκανε πίσω ολοταχώς, αφού στις αίθουσες (Ιλιον και Αφαία) θα υπάρχει το ποιητικό αριστούργημα του Ελεμ Κλίμοφ, «Ελα να δεις». Μια ταινία χωρίς ιστορικές παραχαράξεις και ψέματα, σε αντίθεση με αυτό που κάνει το «Katyn» του Αντρέι Βάιντα, η οποία, με υψηλή τέχνη και απόλυτη αλήθεια μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη μια από τις μεγαλύτερες σφαγές των Γερμανών κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, τον ολοκληρωτικό αφανισμό 618 χωριών της Λευκορωσίας μαζί με τους κατοίκους τους (στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο έχασαν τη ζωή τους πάνω από 2,2 εκατομμύρια Λευκορώσοι). Στους κινηματογράφους που παίζεται το «Ελα να Δεις», θα λειτουργεί και έκθεση φωτογραφιών και άλλων ντοκουμέντων από τη σφαγή...

Βέβαια, το πίσω ολοταχώς του «Katyn», δε σημαίνει μόνο φόβο, σημαίνει και ανασύνταξη! Η Πολωνική πρεσβεία που πατρονάρει την ταινία, μαζί με το γραφείο που τη διανέμει, προσπαθούν να δημιουργήσουν «κατάλληλες» προϋποθέσεις για «μεγάλο σαματά». Ακούγεται πως αναθεωρητικές δυνάμεις και άλλοι «φιλελεύθεροι» μικροαστοί προσπαθούν να οργανωθούν και βάζοντας μπροστά την ταινία να επιδοθούν στη γνωστή τους τακτική. Στο χτύπημα της Σοβιετικής Ενωσης και του κομμουνισμού γενικότερα ...Θα δούμε!

Ριζοσπάστης

Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2009

Zoom In - Vitus

Ένα από τα βασικά συμπτώματα της κατάθλιψης, της 'ασθένειας' των
καιρών μας, είναι η απροθυμία να σηκωθούμε από το κρεβάτι. Και ενώ απαιτείται
ένας minimum βαθμός φιλοδοξίας προκειμένου να βρούμε κίνητρο και να
ξεκινήσουμε κάθε μας μέρα, η υπέρμετρη φιλοδοξία,σημείο των καιρών και αυτή,
οδηγεί πολλές φορές στο ατέρμονο κυνήγι ενός στόχου κενού, δηλαδή στη
ματαιοδοξία.
Ο κεντρικός πυρήνας της ταινίας του Fredi Murer είναι ακριβώς αυτός, η
ματαιοδοξία. Ο Vitus είναι ένα παιδί-θαύμα. Και πως αλλιώς μπορούμε να
θεωρήσουμε την περίπτωση ενός παιδιού που παίζει από πολύ μικρό
καταπληκτικό πιάνο και ήδη στην ηλικία των 13 ετών έχει τις ικανότητες να
εισηχθεί στο πανεπιστήμιο.
Τεστ I.Q., πολύπλοκες μαθηματικές ασκήσεις, εξαντλητικές ώρες
εξάσκησης στο πιάνο και η συνεχής πίεση και το πατρονάρισμα των γονιών
μετατρέπουν την καθημερινότητα του μικρού σε μια κόλαση. Το περίεργο όμως
στην περίπτωσή του Vitus είναι ότι ο ίδιος καταλαβαίνει γρήγορα που κρύβεται η
παγίδα. Επηρεασμένος από τον παππού του (Bruno Ganz), άνθρωπο με ελεύθερο
πνεύμα και με μια πιο συνολική θεώρηση της ζωής, ο μικρός αποφασίζει να πάρει
με τον τρόπο του την κατάσταση στα χέρια του.
Το Vitus δεν είναι μία ταινία για τα παιδιά-θαύματα. Είναι μία ταινία που
κριτικάρει την ανθρώπινη ματαιοδοξία στη χειρότερη και πιο ύπουλη μορφή της
όπως αυτή γλιστρά υπόγεια και σε καθημερινή βάση στη διαπαιδαγώγηση των
παιδιών από τους γονείς τους. Σύγχρονες παιδαγωγικές μέθοδοι, ξένες γλώσσες
στην προσχολική ηλικία και εντατικά προγράμματα δραστηριοτήτων
καταδεικνύουν την αγωνιώδη προσπάθεια των σύγχρονων γονιών να κάνουν όλο
και πιο έξυπνα τα παιδιά τους. Ξεχνώντας το πιο βασικό, ότι αυτό από μόνο του
δεν συνιστά σε καμία περίπτωση την ουσία της ζωής.


Γιώργος Φιλιππόπουλος
yorgosfilippopoulos@yahoo.gr

Σάββατο 15 Νοεμβρίου 2008

Εισιτήρια σε ελεύθερη πτώση

Aπό τον Γιάννη Ζουμπουλάκη
Το ΒΗΜΑ, 09/11/2008

Τη χειρότερη κρίση τους βιώνουν οι ελληνικές κινηματογραφικές αίθουσες καθώς ο κόσμος δεν πάει πια σινεμά «όπως παλιά». Οι λόγοι, αρκετοί. Οσο για το μέλλον, μόνο ευοίωνο δεν διαγράφεται
Οποιος αποφασίσει να πάει κινηματογράφο Παρασκευή, Σάββατο, ακόμη και Κυριακή, θα εντυπωσιαστεί από την προσέλευση του κόσμου στις αίθουσες και σε ορισμένες περιπτώσεις θα αγανακτήσει από τις ουρές στα ταμεία. Διόλου απίθανο να σκεφθεί ότι οι κινηματογραφικές αίθουσες διάγουν περίοδο ευδαιμονίας. Και όμως η εικόνα είναι παραπλανητική. Πρώτον, ισχύει μόνο για τις προβολές του Σαββατοκύριακου. Δεύτερον, δεν ισχύει για όλες τις ταινίες. Και, τρίτον, σίγουρα δεν ισχύει για όλες τις αίθουσες. Στην πραγματικότητα, οι αίθουσες, κυρίως οι μεμονωμένες, περνούν μία από τις χειρότερες κρίσεις της πρόσφατης ιστορίας τους και, με εξαίρεση όσες εξακολουθούν να διατηρούν υψηλό προφίλ και στάνταρντ (ενδεικτικά αναφέρουμε τους κινηματογράφους Απόλλων, Αττικόν και Δαναός), μετά βίας κατορθώνουν να επιβιώσουν.

Αδεια καθίσματα

Οι εφετινές «απώλειες» είναι πολλές: το Αστρον της Κηφισιάς πρόκειται να γκρεμιστεί. Το Πλάζα, επίσης στην Κηφισιάς, έχει κλείσει, το ίδιο και η Καλυψώ, μία από τις ιστορικότερες αίθουσες της Καλλιθέας. Λουκέτο μπήκε στη Ζέα του Πειραιά. Η Ζίνα της λεωφόρου Αλεξάνδρας έχει μετατραπεί σε θέατρο αφού δεν «έβγαινε». Πληροφορίες λένε ότι αίθουσες όπως η Μαργαρίτα του Χαλανδρίου και ο Φοίβος του Περιστερίου κινδυνεύουν με εξώσεις. Ο Φοίβος και το Cine City είναι οι μοναδικές αίθουσες του Περιστερίου που εξακολουθούν να λειτουργούν σε μια περιοχή όπου κάποτε υπήρχαν 20 κινηματογράφοι. Ακόμη χειρότερα είναι τα πράγματα στο Αιγάλεω: από τα 16 σινεμά, χειμερινά και θερινά, που λειτουργούσαν κάποτε δεν έχει απομείνει κανένα.

Οσοι θεωρήσουν ότι στην απέναντι όχθη οι πολυκινηματογράφοι είναι κερδισμένοι θα βγουν γελασμένοι. Ο «εχθρός» των μεμονωμένων αιθουσών επίσης αντιμετωπίζει προβλήματα. Τα Ster Cinemas στο Ιλιον και στην Αχαρνών δεν έχουν καταφέρει να δημιουργήσουν όνομα στην αγορά αντίστοιχο των Village. Μιλώντας για τα Village θυμίζουμε ότι εκείνο του Αμαρουσίου, ο πρώτος πολυκινηματογράφος στην Ελλάδα, αποτελεί από πέρυσι παρελθόν, την ώρα που οι απογευματινές παραστάσεις στα Village του Ρέντη, του Φαλήρου και του Παγκρατίου γίνονται για δυο-τρεις ανθρώπους. Ακόμη και η κίνηση των ταξί έχει πέσει στου Ρέντη, όπως μας πληροφόρησε οδηγός ταξί της περιοχής.

Αίθουσες όπως το Αττικόν όμως μπορούν επίσης να δεχθούν πλήγματα. Π.χ., στην πρεμιέρα της εκεί, την Πέμπτη 2 Οκτωβρίου, η τελευταία ταινία του Φράνσις Φορντ Κόπολα «Νεότητα χωρίς νιότη» έκοψε μόλις 29 εισιτήρια. Πόσο κακή μπορεί να ήταν; Επίσης, την προπερασμένη Πέμπτη το «Ζήτημα τιμής», με τους Εντουαρντ Νόρτον και Κόλιν Φάρελ, διανεμήθηκε σε 46 κόπιες σε όλη την Ελλάδα. Εκοψε μόλις 2.648 εισιτήρια την πρώτη ημέρα. Με την απλή μέθοδο των τριών αυτό σημαίνει ότι σε μία ημέρα την ταινία είδαν 57 άνθρωποι ανά αίθουσα και στις τρεις προβολές.

«Η κατάσταση θυμίζει Αύγουστο» δήλωσε στο «Βήμα» εκπρόσωπος κινηματογραφικής εταιρείας συγκρίνοντας την τρέχουσα περίοδο με την παραδοσιακά χειρότερη κινηματογραφική περίοδο από πλευράς εισιτηρίων. «Υπάρχει μια πτώση στα εισιτήρια της τάξεως του 40% συγκριτικά με την ίδια περίοδο πέρυσι».

Εποχή «αρπαχτής»

Τα αίτια για αυτή την κατάσταση είναι πολλά. Το προφανές είναι η γενικότερη οικονομική κρίση, η οποία δεν θα μπορούσε να αφήσει ανεπηρέαστη τη χώρα μας. Αυτή τη στιγμή ο κινηματογράφος, με το εισιτήριο να κοστίζει κατά μέσον όρο 8 ευρώ, δεν αποτελεί πλέον μέσο λαϊκής ψυχαγωγίας αλλά είδος πολυτελείας - πόσο μάλλον όταν το φαινόμενο του δωρεάν downloading ταινιών από το Διαδίκτυο δείχνει να γιγαντώνεται με ταχύτατους ρυθμούς. Δεν πρέπει άλλωστε να ξεχνάμε ότι μια κινηματογραφική έξοδος δεν περιορίζεται στο εισιτήριο. Συνδυάζεται με παράπλευρα έξοδα: μια τριμελής οικογένεια δεν πέφτει ποτέ κάτω από 50 ευρώ άπαξ και αποφασίσει να πάει σινεμά.

Εν τω μεταξύ οι περισσότερες μονές αίθουσες δεν έχουν προνοήσει για την αναβάθμισή τους απομακρύνοντας έτσι ακόμη περισσότερο τους θεατές. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η Αφαία στην Καλλιθέα. Ενώ ξεκίνησε ένα ενδιαφέρον πρόγραμμα με τίτλο «Φεστιβάλ κάθε μέρα», δεν έχει τα φόντα να στηρίξει τις ταινίες της καθώς «παραμένει η ίδια που ήταν στη δεκαετία του '80», όπως παρατήρησε μια θεατής που την επισκέφθηκε για να παρακολουθήσει μια ταινία. Και ήταν μόνη της.

«Λόγω των συνθηκών της αγοράς, είτε ελεγχόμενες είναι αυτές είτε όχι, οι περισσότεροι διανομείς είμαστε αναγκασμένοι να κυκλοφορούμε την πλειονότητα των ταινιών εν είδει αρπαχτής» παραδέχεται η διανομέας Πέγκυ Καρατζοπούλου της PCV, επισημαίνοντας ότι τα εισιτήρια της προηγούμενης σεζόν (2007-2008) ήταν λιγότερα από εκείνα της σεζόν 2006-2007. Υπήρξε μεν αύξηση των εισιτηρίων των ελληνικών ταινιών, ωστόσο σε καθημερινή βάση παρατηρείται σταθερή πτωτική πορεία ανά οθόνη και ανά κόπια.

Υπερπροσφορά
--------------------------------------------------------------------------------


Μια φωτογραφία τα λέει όλα. Μετρημένοι στα δάχτυλα θεατές σε κεντρική αίθουσα της Αθήνας για να παρακολουθήσουν βραδινή παράσταση καθημερινής του «Αυστηρώς κατάλληλο» των Μιχάλη Ρέππα - Θανάση Παπαθανασίου. Σε 47 αθηναϊκές αίθουσες και σε διάστημα δύο εβδομάδων η ταινία έχει φθάσει τις 73.000 εισιτήρια, σύμφωνα με την εταιρεία διανομής της


--------------------------------------------------------------------------------

«Στα φεστιβάλ οι ταινίες γεμίζουν τις αίθουσες αλλά στην εμπορική διανομή τους οι ίδιες ταινίες προβάλλονται σε άδεια καθίσματα». Στις ημέρες μας η φράση του φινλανδού σκηνοθέτη Ακι Καουρισμάκι ανταποκρίνεται όσο ποτέ άλλοτε στην πραγματικότητα. Η κατάσταση δυσχεραίνει ακόμη περισσότερο από την υπερπροσφορά κινηματογραφικών εταιρειών διανομής που «ειδικεύονται» στις μικρές, εναλλακτικές ταινίες. Αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα υπάρχουν 14(!) «μικρές» εταιρείες «καλλιτεχνικών» ταινιών.

«Ο αριθμός των ταινιών που εισάγονται στην Ελλάδα είναι υπερβολικά μεγάλος, με αποτέλεσμα η αγορά να μην αντέχει την υπερπροσφορά εναλλακτικών ταινιών» θεωρεί ο Ζήνος Παναγιωτίδης της Rosebud, διανομέας με μεγάλη εμπειρία στον χώρο. Πόσο μάλλον σήμερα που το κινηματογραφόφιλο κοινό είναι πολύ πιο περιορισμένο από ό,τι ήταν τη δεκαετία του '80 ή του '90, σύμφωνα με τον Αλέκο Λάμπρου, ιδιοκτήτη της αίθουσας Πτι Παλαί. Οταν σε έναν μήνα οι νέες ταινίες δεν «πέφτουν» ποτέ κάτω από τις 30, αυτό σημαίνει μία ταινία ανά ημέρα, πράγμα ανέφικτο για την αντοχή ακόμη και των πιο σκληροπυρηνικών κινηματογραφόφιλων.

Αν σε μία εδομάδα διανεμηθούν πέντε μικρές, σινεφίλ ταινίες, μόνο η μία, το πολύ δύο θα κινηθούν ικανοποιητικά. Οι υπόλοιπες θα ξεχαστούν και θα εξαφανιστούν. Ετσι έχουν αφανιστεί οι «move over αίθουσες», όπως αποκαλούνται οι αίθουσες που φιλοξενούν ταινίες Β' προβολής. «Αυτός ήταν ένας από τους λόγους που έκλεισε το Αλφαβίλ» μας είπε ο Δημήτρης Στεργιάκης, πρώην διαχειριστής του.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα, οι εννέα ταινίες που διανεμήθηκαν την εβδομάδα που ξεκίνησε την Πέμπτη 2 Οκτωβρίου. Από τις εναλλακτικές μόνο το «Happy go lucky» του Μάικ Λι και το «Hunger» του Στιβ Μακ Κουίν μπόρεσαν να παραμείνουν όρθιες. Οι υπόλοιπες, όπως η «Νεότητα χωρίς νιότη», ο «Γιις του Rambow» και το «Madeinusa», εξαφανίστηκαν. Γενικότερα, όμως, για τις εναλλακτικές ταινίες τα νούμερα είναι αποκαρδιωτικά: το «Mr. Lonely» έκοψε 400 εισιτήρια, η «Τέχνη της αρνητικής σκέψης» 300 και το πολυδιαφημισμένο κινεζικό δράμα «Εμπιστεύσου την αγάπη» μόλις 600.

Προσεκτικά βήματα

Η έξυπνη διανομή μπορεί να κάνει τη διαφορά, μόνο όμως αν η ίδια η ταινία προσφέρεται για κάτι τέτοιο. Ο Ζ. Παναγιωτίδης επέλεξε δύο σπάνιες ταινίες για επανέκδοση, τον «Κομφορμίστα» και το «Εγώ είμαι η Κούβα». Σε μία αίθουσα η καθεμιά τα πήγε θαυμάσια.

Η ταινία όμως που κλέβει εφέτος την παράσταση από πλευράς στρατηγικής διανομής είναι το «Ανάμεσα στους τοίχους» του Λοράν Καντέ. Η πορεία της ξεκίνησε αργά από τις Κάννες, όπου τον περασμένο Μάιο απέσπασε τον Χρυσό Φοίνικα. Ανοιξε τις «Νύχτες Πρεμιέρας» τον Σεπτέμβριο, έγινε θέμα συζήτησης και διανεμήθηκε έναν μήνα αργότερα έχοντας δημιουργήσει θετικό κλίμα. Σήμερα «σκίζει» έχοντας φθάσει τα 25.000 εισιτήρια. Προβάλλεται όμως μόνο σε δύο αθηναϊκές αίθουσες, κάτι που μπορεί να προκαλεί τον εκνευρισμό στους θεατές που δεν έχουν ακόμη κατορθώσει να τη δουν (η ταινία αφήνει έξω κόσμο) αλλά δικαιώνει ως επιτυχία τον διανομέα της καθώς η πορεία της έχει διάρκεια. Αν η ίδια ταινία είχε βγει με παραπάνω κόπιες σε περισσότερες αίθουσες και χωρίς την «προεργασία» που έγινε, το πιθανότερο είναι ότι σύντομα θα «βάλτωνε» και θα παιζόταν μπροστά σε άδεια καθίσματα.

Παρασκευή 14 Νοεμβρίου 2008

Παναγιώτης Τιμογιαννάκης - Συντάκτης Ελεύθερου Τύπου

Το σινεμά το προδώσαμε όλοι μας

Πόσες φορές στην επαγγελματική μου σταδιοδρομία θα γράψω για «τέλος εποχής» σε σχέση με τα σινεμά που κλείνουν, πόσες φορές στη ζωή μου το έχω βιώσει; Πιτσιρικάς και «άρρωστος» με τον κινηματογράφο παιδιόθεν, έκανα πένθος κανονικό εκεί κατά το 1972-’73, όταν απότομα σε μία χρονιά είδα να κλείνουν το ένα μετά το άλλο τα σινεμά της παιδικής μου ηλικίας. Είδα τον Πειραιά, όπου γεννήθηκα και ζούσα, να χάνει τις αίθουσες, τη μία κατόπιν της άλλης, μέσα σε δύο χρόνια. Πρώτα στις συνοικίες, ύστερα στο κέντρο. Είδα στην Αθήνα, που επισκεπτόμουν τακτικά, να γκρεμίζονται ταυτόχρονα οι δικοί της «ναοί», το Τιτάνια, ο Εσπερος, το Πάνθεον, άλλοι να γίνονται θέατρα, είδα στη Θεσσαλονίκη όπου έχω συγγενείς να μην υπάρχουν κάποια σινεμά στο επόμενο ταξίδι… Ηταν η λαίλαπα της τηλεόρασης και της οικονομικής κρίσης του πετρελαίου. Κατόπιν, το 1982, στα δημοσιογραφικά μου ξεκινήματα, έγραψα ένα άρθρο για τα θερινά σινεμά - εκείνη την περίοδο έκλειναν μαζικά τα εναπομείναντα… Διότι ξεκινούσε το βίντεο… Και τώρα καταρρέουν τα τελευταία, διότι δεν αντέχουν τον ανταγωνισμό των Cineplex, αλλά και τη σκουπιδοποίηση και το ακριβό εισιτήριο, καθότι πάλι νέα οικονομική κρίση. Βέβαια βλέπω και τα πολυσινεμά να απειλούνται, αφού πολύς κόσμος πλέον με την ευκολία του DVD και του υπολογιστή, «κατεβάζει» ταινίες λόγω ελεύθερης πρόσβασης. Στην Αμερική –το έγραφα από πρόπερσι!-, η οικονομική κρίση ρημάζει το σινεμά. Το είχε ρημάξει ξανά στα τέλη του ’40, όταν βγήκε ο αντι μονοπωλιακός νόμος που απαγόρευε στα στούντιο να είναι και αιθουσάρχες. Κι αργότερα με την τηλεόραση. Στην Ευρώπη δεν έχουν επανέλθει στο προ του 1973 καθεστώς, αν και χειρίζονται το οικονομικό θέμα καλύτερα. Είμαστε όλοι συνυπεύθυνοι! Οι θεατές που ανακαλύψαμε την παράνομη πρόσβαση και οι αιθουσάρχες που φέρθηκαν στο σινεμά εξίσου μίζερα. Από κει και πέρα, και οι μεν και οι δε έχουμε κάθε λόγο να κλαιγόμαστε και να επικαλούμαστε τα οικονομικά. Ομως το σινεμά από κοινού το προδώσαμε. Κι εκείνοι, κι εμείς. Τα υπόλοιπα είναι υποκρισία!
Από τον Νέστορα Πουλάκο

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Απογευματινή" (φύλλο 18-10-08).

Η Ελλάδα αλλάζει. Η ζωή επίσης. Η διασκέδαση σίγουρα. Στο νέο αιώνα, στη νέα εποχή, ο κινηματογράφος φοράει τα ρούχα του αλλιώς, χωρίς απαραίτητα να βάζει τα παλιά στην ντουλάπα. Όχι όλα τουλάχιστον. Γιατί πολλά δεν έχουν μπει απλώς στη ντουλάπα, αλλά τυλίχτηκαν για τα καλά και κρύφτηκαν στο πατάρι.

Δε μιλάμε φυσικά μόνο για ταινίες. Αυτές, πάντα, θα υπάρχουν σε μια συγκεκριμένη φόρμα, η τεχνολογία μόνο αλλάζει, τα ειδικά εφέ δηλαδή, η κάμερα και τα μέσα παραγωγής. Πρωτοπόρα παραμένει πάντα η ιδέα, η σύλληψη του δημιουργού, το σενάριο, η σκηνοθεσία. Τα υπόλοιπα έπονται. Επομένως, πάμε στο μέσο αναπαραγωγής των ταινιών : στις κινηματογραφικές αίθουσες, στους σινεμάδες, όπως λένε στην αργκό. Μέσο διασκέδασης, μέσο πολιτισμού. Ψυχαγωγία και χαρά, μάθηση και ιστορία. Το λαϊκό μέσο της in & out ζωής. Μαζί με τον καφέ, την ταβέρνα, το θέατρο.

Από τις αρχές του αιώνα ήλθαν οι πολυκινηματογράφοι (multiplex) στη χώρα μας. Έφτασε η ώρα. Άλλωστε, στο εξωτερικό, στις αναπτυγμένες χώρες πάντα (Αμερική, Αγγλία, Γερμανία κ.ά), υπήρχαν δεκαετίες τώρα. Το «μπαμ» έγινε με την εταιρεία Village Roadshow, θυγατρική της αυστραλέζικης ομώνυμης, η οποία έκανε την αρχή στο Παγκράτι το 1999, με πέντε αίθουσες προβολής. Ένα χρόνο αργότερα, το επιβλητικό Village Park, στο Ρέντη, ήταν μαζί με το μετρό τα τεχνολογικά αξιοθέατα της Αθήνας. Όλοι τα επισκέπτονταν για να τα δουν από κοντά. Γίναμε, πλέον, ευρωπαίοι και με τη βούλα. Το Village Park, συνδύαζε 20 αίθουσες σινεμά (έχει προστεθεί άλλη μια), φαγητό, ποτό, καφέ, ψώνια, παιχνίδια και πολλές βόλτες.. Το πάρκο της παγκοσμιοποίησης, λοιπόν, ήταν γεγονός. Από κει και μετά, ότι επακολούθησε ήταν απλώς το νερό που μπήκε στο αυλάκι. Η Village, έφτιαξε δυο ακόμη «θαύματα» : το «The Mall», στο Μαρούσι, και το παραθαλάσσιο «Φάληρο». Όλα πολυχώροι διασκέδασης. Κι από άποψη εισιτηρίων : σύμφωνα μα ανθρώπους της Village, τα πράγματα πάνε πολύ καλά. Έτσι κι αλλιώς, η θεώρηση είναι γενική : σε τέτοιους χώρους ποτέ δεν κοιτάς μόνο τα εισητήρια, άλλωστε, τα πολλά λεφτά είναι τα πέριξ των ταινιών στους κινηματογράφους. Την ώρα που μιλάμε, πλάι στο «Βίκι Κριστίνα Μπαρτσελόνα», του Γούντυ Άλεν, που σπάει ταμεία, υπάρχουν όλα τα γούστα : από «Γουολ – υ» και «Kung fu panda» για τα παιδιά, στη «Μούμια» για τους φαν των θρίλερ, το «Καυτό απόρρητο» των Κοέν με τους Μπραντ Πιτ και Τζωρτζ Κλούνει, που είναι στην κορυφή του ελληνικού box office, η σάτιρα του «Χάνκοκ» με τον Γουίλ Σμιθ και οι πιστολιές του Νίκολας Κέιτζ με το «Bangkok dangerous» κ.ά Κι ενώ αναμένονται να βγουν mainstream ελληνικές παραγωγές, όπως το «Αυστηρώς Κατάλληλο» των Παπαθανασίου – Ρέππα, κάτι ανάλογο έγινε πέρυσι τέτοια εποχή με το «Ψυχραιμία» του Περάκη και το «Φιλί της ζωής» του Ζαπατίνα. Όλες οι γεύσεις, όλες οι απόψεις, πολλά εισητήρια. Νέοι, γέροι, παιδιά, οικογένειες, ζευγάρια, παρέες συρρέουν και τα entertainment parks γεμίζουν.

Βέβαια, τα multiplex δεν σταματούν εδώ : από τη Θεσσαλονίκη, έκαναν την εμφάνισή τους στην Αθήνα τα Ster Cinemas, τα οποία κατοικοεδρεύουν στο Ίλιον και στον Άγιο Ελευθέριο, και προσφέρουν τις ίδιες υπηρεσίες (και τις ίδιες ταινίες), με εκείνες της Village. Επίσης, η κινηματογραφική εταιρεία Odeon, με διανομή καλών ελληνικών και ξένων ταινιών, μπήκε στο κόλπο πρόσφατα, με το «Kosmopolis» στο Μαρούσι και το «Starcity»¨στη Συγγρού. Περιφερειακώς του κέντρου, παλιά σινεμά ανανεώνονται με περισσότερες -της μιας- αίθουσες (τα miniplex), προκειμένου να συγχρονιστούν με το κλίμα της εποχής. Οι υπεύθυνοι τους μιλούν για ανάγκη δεδομένη, κοινωνικής και οικονομικής φύσης. Άλλωστε, ο όρος «επιβίωση» είναι σημαντικός για όλους.

Τα παραπάνω βρίσκονται εν αντιθέσει με τους κλασικούς κινηματογράφους του κέντρου. Λίγοι έχουν απομείνει, άλλωστε δεν λειτουργούν όλοι. Τα ρούχα, τυλιγμένα στο πατάρι, που λέγαμε παραπάνω. Στην ιστορική Πατησίων, ελάχιστα είναι τα σινεμά που έχουν απομείνει από την άλλοτε σινεφιλική Αθήνα : Aελλώ, Aλεξάνδρα, Ίλιον, Tριανόν και Φιλίπ. Το πρώτο, μάλιστα, το «Αελλώ» είναι το πετυχημένο πείραμα των τελευταίων χρόνων, από την οικογένεια Τσακαλάκη και τη Master S.A. Με πέντε αίθουσες, συν μια θερινή, έχει κάνει δυναμικό come back στα κινηματογραφικά στέκια, σε αντίθεση με το «Άττικα» (της AMA Films της οικογένειας Στεργιάκη) και το «Στούντιο» (από την πρώην Playtime του κ. Τζιώτζιου), που δεν τα κατάφεραν κι έκλεισαν πριν δυο χρόνια. Όπως έκλεισε, το ιστορικό «Ράδιο Σίτυ», το οποίο το 1958 είχε υποδεχτεί την Ελίζαμπεθ Τέιλορ, σε μια εντυπωσιακή τελετή για την ταινία «Ο γύρος του κόσμου σε 80 μέρες». Για να μη θυμηθούμε αίθουσες όπως το Σελέκτ, το Αλκυονίς, το Αρμονία, που μας έχουν αφήσει χρόνια τώρα. «Η Πατησίων έχει πεθάνει», είχε πει ο κ. Στεργιάκης, μετά το κλείσιμο του «Άττικα», ενώ φέτος έκλεισε άλλο ένα κλασσικό σινεμά του κέντρου, το «Άλφαβιλ» της Μαυρομιχάλη, το οποίο έθρεψε γενιές και γενιές σινεφίλ. Η αίθουσα του «Άστυ», πάντως παραμένει στις κινηματογραφικές επάλξεις, με «τα εισιτήρια να είναι άλλοτε στα πάνω τους άλλοτε στα κάτω τους». Φέτος, το «Άστυ» περιμένει τον πολύ κόσμο να έρθει στο Χρυσό Φοίνικα των Καννών, «Ανάμεσα στους τοίχους» του Καντέ, έχοντας κάνει μια καλή υποστήριξη με τις επανεκδόσεις της «Δίκης της Νυρεμβέργης» και του «Ψεύτη ήλιου» του Μιχάλκοφ. Το 2008 φαίνεται ότι θα κλείσει καλά για το ιστορικό «Άστυ», το οποίο είδε το περυσινό 2007 να μην έχει πολλά εισιτήρια. Πάντως, εξακολουθεί να είναι το meeting point των απανταχού σινεφίλ, των νεανικών παρεών και των παλιών νοσταλγών του καλού ποιοτικού σινεμά, που δεν παίζεται στα multiplex.

Σε έναν άλλο παλιό κινηματογράφο του κέντρου, στο ευρύχωρο «Ιντεάλ» (στη Πανεπιστημίου), μετά την προβολή της ταινίας «Hunger», που αναπαριστά την απεργία πείνας του αγωνιστή του ΙΡΑ Μπόμπι Σαντς, συναντάμε ανθρώπους κι ανθρώπους, άλλους μοναχικούς κι άλλους με την παρέα τους, να μιλάνε χαμηλοφώνως και –κάπως- σαστισμένα για την ταινία που, μόλις, είδαν. «Υπάρχει τόσο σκληρό σινεμά, τελικά», μας κάνει η 26χρονη Νικολέτα, η οποία στην ερώτησή μας, που αποδίδει τον ελάχιστο κόσμο στην αίθουσα, μας λέει ότι «δύσκολα ο κόσμος, με τα προβλήματα που έχει, επιλέγει να δει τόσο σκοτεινό και πεσιμιστικό κινηματογράφο». Δεν έχει άδικο. Παρά τις καλές κριτικές, που έλαβε, το «Hunger» δεν πήγε καλά στα εισιτήρια. Και μαζί του, πήρε στο λαιμό του, τόσο το «Ιντεάλ» όσο και τον «Μικρόκοσμο» (στη Συγγρού), ένα ακόμη στέκι για καλό σινεμά.

Στη Σταδίου, όμως, τα πράγματα είναι διαφορετικά. Το «Απόλλων» και το «Αττικόν», δυο αίθουσες, που μετά την επιβεβλημένη ανακαίνισή τους,, κοσμούν το κέντρο της Αθήνας, σφύζουν από ζωή. Το «Βίκι Κριστίνα Μπαρτσελόνα», είναι το κινηματογραφικό γεγονός της εβδομάδας και προσελκύει κόσμο. Οι δυο αίθουσες είναι κάθε μέρα γεμάτες, με αποτέλεσμα οι πολυκινηματογράφοι να «σκίζονται» να βάλουν την ταινία στο πρόγραμμά τους. «Τα εισιτήρια είναι σε άνοδο, αυτή την εποχή, όχι μόνο με την ταινία του Γούντυ Άλεν αλλά και με την επανέκδοση του Κομφορμίστα που έπαιζε μέχρι τώρα», μας λένε οι υπεύθυνοι του Απόλλωνα, «μας θυμίζει την περυσινή επιτυχία του Ελ Γκρέκο, που παιζόταν την ίδια περίοδο».

Όπως και να ΄χει, ένα είναι σίγουρο : ο κόσμος αγαπά το σινεμά.. Επίσης αγαπά το σινεμά στις αίθουσες. Καλό το dvd, καλή η τηλεόραση, καλό και το downloading από το διαδίκτυο. Αλλά τίποτε δεν συγκρίνεται με την αίσθηση της ταινίας στην αίθουσα. Με τη νοσταλγική μυρωδιά του κινηματογράφου. Με τα ποπ κορν, τα νάτσος, την κόκα κόλα, που συνδυάζονται με την 7η τέχνη, που επιλέγει ο θεατής. Με τις ατελείωτες συζητήσεις που ακολουθούν μετά την ταινία. Με τα κρυφά γελάκια και τα ψιθυριστά σχόλια κατά τη διάρκειά της. Όλα αυτά είναι κινηματογράφος, είτε επιλέγεται στα multiplex είτε στις παραδοσιακές αίθουσες του κέντρου της πόλης.

Παρασκευή 3 Οκτωβρίου 2008